Σχεδόν επτά χρόνια μετά την έγκριση της οδηγίας της ΕΕ για τους Whistleblowers, εξακολουθούν να υπάρχουν κενά σχετικά με την προστασία τους σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.
Η νέα έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας, στην οποία συμμετείχε και το μέλος του Διοικητικού μας Συμβουλίου, Δρ. Δημήτριος Καφτεράνης, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η οδηγία στην πράξη. Το νομικό πλαίσιο είναι ισχυρό, αλλά η αποτελεσματικότητά του υπονομεύεται από την εσφαλμένη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, τα κενά στην εφαρμογή της και την ανεπαρκή επιβολή της.
Τα βασικά μας συμπεράσματα:
🔹 Θεσμική Αδυναμία: Σε πολλές χώρες, το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία των καταγγελλόντων παραμένει κατακερματισμένο, με πολλές αρμόδιες αρχές να διαθέτουν ανεπαρκείς πόρους και να στερούνται των εντολών ή των εξουσιών που απαιτούνται για την πρόληψη αντιποίνων ή την επιβολή αποτρεπτικών κυρώσεων.
🔹 Ανεπαρκής Συλλογή Δεδομένων: Κανένα κράτος μέλος της ΕΕ δεν συλλέγει συστηματικά δεδομένα σχετικά με την καταγγελία παραβάσεων, κατανεμημένα ανά φύλο, με αποτέλεσμα να παραμένουν ανεπίλυτα τα διαρθρωτικά εμπόδια που επηρεάζουν τις γυναίκες και τις περιθωριοποιημένες ομάδες.
🔹 Ελλείψεις στην παροχή υποστήριξης: Η πρόσβαση σε δωρεάν, ανεξάρτητη νομική ή ψυχολογική συμβουλευτική παραμένει περιορισμένη, με αποτέλεσμα συχνά οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών να αναγκάζονται να καλύπτουν οι ίδιες τις ανάγκες αυτές χωρίς επίσημη αναγνώριση ή ασφαλή, συνεχή χρηματοδότηση.
Οι Whistleblowers διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, αποτελώντας θεματοφύλακες της Δημοκρατίας. Πολλοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικούς προσωπικούς και επαγγελματικούς κινδύνους όταν αποφασίζουν να καταθέσουν.
Προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι η εφαρμογή αποτελεσματικών συστημάτων επιβολής και ισχυρών συστημάτων υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένων των απαραίτητων νομοθετικών αναθεωρήσεων σε εθνικό επίπεδο.
Διαβάστε εδώ την πλήρη έρευνα.
