BRIDGEGAP

Bridging the Gaps in Evidence, Regulation and Impact of Anticorruption Policies

Παρουσίαση του ευρωπαϊκού προγράμματος

Το BRIDGEGAP (Bridging the Gaps in Evidence, Regulation and Impact of Anticorruption Policies) είναι ένα τετραετές ερευνητικό πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του προγράμματος Horizon Europe.

Το πρόγραμμα συγκεντρώνει πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και φορείς που αναπτύσσουν τεχνολογικά εργαλεία. Στόχος του είναι να βελτιώσει την κατανόηση της διαφθοράς και να εξετάσει κατά πόσο οι υφιστάμενες πολιτικές πρόληψης και καταπολέμησής της εφαρμόζονται αποτελεσματικά.

Το BRIDGEGAP αντιμετωπίζει τη διαφθορά ως πρόβλημα δημόσιας πολιτικής. Δεν περιορίζεται στην εξέταση μεμονωμένων περιστατικών ή στην καταγραφή των σχετικών νομοθετικών διατάξεων. Εξετάζει τις συνθήκες που επιτρέπουν την κατάχρηση δημόσιας εξουσίας προς όφελος ιδιωτικών προσώπων, ομάδων ή δικτύων επιρροής. Παράλληλα, αναλύει τον τρόπο με τον οποίο η διαφθορά μπορεί να αναπτύσσεται μέσα από διασυνοριακές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις.

Κεντρικός στόχος είναι να περιοριστούν τα κενά ανάμεσα στην επιστημονική γνώση, το νομοθετικό πλαίσιο και την πραγματική εφαρμογή των πολιτικών κατά της διαφθοράς. Για τον σκοπό αυτό, το πρόγραμμα αναπτύσσει συγκρίσιμα δεδομένα, ερευνητικές μεθόδους και ψηφιακά εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από ερευνητές, δημόσιους φορείς, δημοσιογράφους και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η εξέταση της διαφάνειας στη λειτουργία των δημόσιων θεσμών. Η ύπαρξη ενός νόμου ή μιας υποχρέωσης δημοσιοποίησης δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται να εξετάζεται εάν οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τους κανόνες, εάν οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες στο κοινό και εάν υπάρχουν αποτελεσματικές διαδικασίες ελέγχου και επιβολής κυρώσεων.

Η υλοποίησή του ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2024 και ολοκληρώνεται τον Δεκέμβριο του 2027. Ο συνολικός προϋπολογισμός του ανέρχεται σε περίπου 5,73 εκατομμύρια ευρώ, με αριθμό χρηματοδοτικής συμφωνίας 101132483.

Το Data Hub και το EU Compass

Ένα από τα βασικά εργαλεία του BRIDGEGAP είναι το Data Hub, μια ψηφιακή πλατφόρμα που συγκεντρώνει δεδομένα από διαφορετικές βάσεις και ερευνητικές πηγές. Καλύπτει 41 χώρες, μεταξύ των οποίων τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χώρες που βρίσκονται σε διαδικασία ένταξης.

Η πλατφόρμα επιτρέπει την αναζήτηση, την οπτικοποίηση και τη λήψη δεδομένων. Παρέχει τη δυνατότητα σύγκρισης μεταξύ χωρών και εξέτασης της εξέλιξης συγκεκριμένων δεικτών στον χρόνο.

Στον πυρήνα της βρίσκεται το EU Compass, ένα αναλυτικό πλαίσιο που συγκεντρώνει εθνικά δεδομένα και αξιολογεί την ικανότητα μιας κοινωνίας να περιορίζει την κατάχρηση δημόσιας εξουσίας. Η μεθοδολογική του προσέγγιση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο στατιστικό πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τη μέτρηση της διαφθοράς (UNODC Statistical Framework).

Το EU Compass εξετάζει έξι βασικές διαστάσεις:

  • Μέτρηση της διαφθοράς (CorruptionMeasures): Άμεσοι δείκτες που αφορούν την καταγραφή και την εμφάνιση περιστατικών διαφθοράς.
  • Διαφάνεια (Transparency): Ο βαθμός δημοσιοποίησης πληροφοριών και λογοδοσίας των δημόσιων αρχών.
  • Ρύθμιση (Regulation): Η πληρότητα και η ποιότητα του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη της διαφθοράς.
  • Εφαρμογή και επιβολή (Enforcement): Η πραγματική εφαρμογή των κανόνων, οι έλεγχοι και οι κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβίασης.
  • Ελευθερία έκφρασης και μέσα ενημέρωσης (Freedomof Expression): Η ελευθερία του Τύπου και ο χώρος δράσης της κοινωνίας των πολιτών.
  • Ψηφιακή πρόσβαση και ενδυνάμωση (InternetEmpowerment): Η αξιοποίηση της τεχνολογίας για την πρόσβαση σε δημόσια δεδομένα και την ενίσχυση της διαφάνειας.

Οι έξι αυτές διαστάσεις αναλύονται περαιτέρω μέσα από 21 θεματικές υποκατηγορίες και 50 δείκτες.

Το Data Hub περιλαμβάνει ειδικούς δείκτες για τη διαφάνεια στην πολιτική χρηματοδότηση, τη δημοσιοποίηση των οικονομικών συμφερόντων και τη διαφάνεια στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης.

Ειδικότερα, στην ενότητα Regulation περιλαμβάνονται δείκτες που αφορούν το θεσμικό πλαίσιο για τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των βουλευτών, των υπουργών και του αρχηγού του κράτους. Εξετάζονται επίσης οι μηχανισμοί εποπτείας, οι περιορισμοί και οι κυρώσεις που σχετίζονται με τη σύγκρουση συμφερόντων.

Η σύνδεση των δεδομένων για τη νομοθεσία με εκείνα που αφορούν την εφαρμογή της είναι ιδιαίτερα σημαντική. Επιτρέπει να διαπιστωθεί εάν ένα κράτος διαθέτει επαρκείς κανόνες και εάν αυτοί εφαρμόζονται στην πράξη.

Η Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς

Η Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς συμμετέχει στο BRIDGEGAP εστιάζoντας στη διαφάνεια των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών προσώπων και στη λειτουργία του συστήματος ελέγχου και δημοσιοποίησης των σχετικών στοιχείων.

Το ελληνικό σκέλος εξετάζει ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την πολιτική ακεραιότητα: κατά πόσο οι πολίτες μπορούν να γνωρίζουν την οικονομική κατάσταση των προσώπων που ασκούν δημόσια εξουσία και να ελέγχουν εάν οι σχετικές υποχρεώσεις εκπληρώνονται σύμφωνα με τον νόμο.

Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης αποτελεί βασικό εργαλείο πρόληψης της διαφθοράς. Μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό αδικαιολόγητου πλουτισμού, στην πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων και στην παρακολούθηση μεταβολών στην περιουσιακή κατάσταση των πολιτικών προσώπων κατά τη διάρκεια της δημόσιας θητείας τους.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ολόκληρο το σύστημα. Η υποβολή μιας δήλωσης δεν εγγυάται ότι τα στοιχεία είναι πλήρη ή ακριβή. Η δημοσίευσή της δεν εξασφαλίζει ότι οι πολίτες μπορούν να την επεξεργαστούν ή να συγκρίνουν τα δεδομένα. Και η ύπαρξη κυρώσεων στη νομοθεσία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτές εφαρμόζονται με συνέπεια.

Στο πλαίσιο αυτό, η Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς εξετάζει τις αδυναμίες του ελληνικού συστήματος και τη δυνατότητα βελτίωσής του, με έμφαση στην πρόσβαση στα δεδομένα, στη διαφάνεια της διαδικασίας και στην αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών.

Το ελληνικό σύστημα δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης: Υφιστάμενη κατάσταση και προβλήματα

Στην Ελλάδα, το βασικό θεσμικό πλαίσιο για τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης και οικονομικών συμφερόντων καθορίζεται από τον Ν. 5026/2023, όπως έχει τροποποιηθεί. Ο νόμος προβλέπει την υποχρέωση υποβολής δηλώσεων από συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτικών και δημόσιων λειτουργών και καθορίζει τις διαδικασίες ελέγχου και δημοσιοποίησης.

Παρά τις αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο και την εισαγωγή της ηλεκτρονικής εφαρμογής e-Pothen, εξακολουθούν να υπάρχουν ζητήματα που αφορούν την έγκαιρη δημοσιοποίηση, την ποιότητα των δεδομένων και την αποτελεσματικότητα της εποπτείας.

Καθυστερήσεις στη δημοσιοποίηση των δηλώσεων

Ένα από τα βασικά προβλήματα αφορά τον χρόνο που μεσολαβεί μεταξύ της υποβολής των δηλώσεων και της δημοσιοποίησής τους από τη Βουλή των Ελλήνων.

Η καθυστέρηση περιορίζει τη δυνατότητα των πολιτών και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών να παρακολουθούν εγκαίρως τις μεταβολές στην περιουσιακή κατάσταση των πολιτικών προσώπων. Επίσης, δυσχεραίνει τη σύνδεση των δηλωμένων στοιχείων με γεγονότα που σχετίζονται με την άσκηση των δημόσιων καθηκόντων τους.

Το πρόβλημα καταγράφηκε και στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου το 2026. Σύμφωνα με την έκθεση, η δημοσιοποίηση των δηλώσεων καθυστέρησε κατά επτά μήνες. Ως αιτίες αναφέρθηκαν οι ανάγκες χειροκίνητης διασταύρωσης, οι έλεγχοι συμμόρφωσης με τους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων και ο αυξημένος αριθμός δηλώσεων συζύγων.

Επιπλέον, η παράταση των προθεσμιών υποβολής έχει επαναληφθεί τα τελευταία χρόνια. Η καθυστέρηση δεν αποτελεί μόνο διοικητικό ζήτημα. Επηρεάζει την έγκαιρη άσκηση του δημόσιου ελέγχου και μειώνει τη χρησιμότητα της δημοσιοποίησης.

 

Έλλειψη μηχαναγνώσιμων και επαναχρησιμοποιήσιμων δεδομένων

Ένα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα αφορά τη μορφή με την οποία δημοσιοποιούνται οι δηλώσεις.

Η πρόσβαση σε ένα αρχείο PDF δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα δεδομένα είναι αξιοποιήσιμα. Όταν οι δηλώσεις αναρτώνται σε μορφή που δεν επιτρέπει την αυτόματη εξαγωγή και επεξεργασία των πληροφοριών, η συστηματική ανάλυσή τους γίνεται δύσκολη και χρονοβόρα.

Η έλλειψη μηχαναγνώσιμων δεδομένων δημιουργεί εμπόδια:

  • Στη σύγκριση των δηλώσεων του ίδιου πολιτικού προσώπου μεταξύ διαφορετικών ετών.
  • Στον εντοπισμό σημαντικών μεταβολών σε εισοδήματα, καταθέσεις, ακίνητα και άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.
  • Στη διασταύρωση των δηλώσεων με άλλες δημόσιες βάσεις δεδομένων.
  • Στην ανάπτυξη εργαλείων ψηφιακής ανάλυσης από δημοσιογράφους και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Η δημοσιοποίηση θα πρέπει επομένως να συνδυάζεται με τη διάθεση δομημένων δεδομένων, σε ανοικτή και επεξεργάσιμη μορφή, με σαφείς κανόνες προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

 

Αποτελεσματικότητα των ελέγχων και εφαρμογή κυρώσεων

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και τη διαφάνεια ως προς την αντιμετώπιση περιπτώσεων μη υποβολής, ελλιπών ή ανακριβών δηλώσεων.

Ο Ν. 5026/2023 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης. Ειδικότερα, το άρθρο 39 προβλέπει ποινές φυλάκισης και χρηματικές ποινές, ενώ προβλέπει αυστηρότερες συνέπειες όταν η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων αφορά μεγαλύτερα ποσά.

Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν καθόλου κυρώσεις στο ελληνικό δίκαιο. Το ερευνητικό ζήτημα αφορά το κατά πόσο οι προβλεπόμενες κυρώσεις εφαρμόζονται στην πράξη, εάν οι έλεγχοι είναι συστηματικοί και εάν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία για την πορεία των υποθέσεων.

Η διάκριση ανάμεσα στη νομοθετική πρόβλεψη και την πραγματική εφαρμογή είναι βασικό στοιχείο της προσέγγισης του BRIDGEGAP.

Στο πλαίσιο αυτό, χρειάζεται να εξεταστούν:

  • Ο αριθμός των δηλώσεων που ελέγχονται κάθε χρόνο.
  • Ο αριθμός των περιπτώσεων στις οποίες εντοπίζονται ελλείψεις ή ανακρίβειες.
  • Οι ενέργειες που ακολουθούν μετά τη διαπίστωση παραβάσεων.
  • Οι διοικητικές και ποινικές συνέπειες που επιβάλλονται.
  • Η δημοσιοποίηση συγκεντρωτικών στοιχείων για τους ελέγχους και τα αποτελέσματά τους.

Η ανάγκη αυτή επιβεβαιώνεται και από πρόσφατα στοιχεία της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Σε ανακοίνωσή της τον Οκτώβριο του 2026, η Αρχή ανέφερε ότι οι έλεγχοι δηλώσεων της περιόδου 2021-2025 εντόπισαν εκατοντάδες περιπτώσεις ανακριβών, κενών και μη υποβληθεισών δηλώσεων. Σε σημαντικές υποθέσεις, οι ανακριβείς δηλώσεις περιλάμβαναν απόκρυψη εισοδημάτων άνω των 1,5 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ στις περιπτώσεις κενών δηλώσεων εντοπίστηκε αποκρυβείσα περιουσία αξίας άνω των 11 εκατομμυρίων ευρώ. Οι υποθέσεις παραπέμφθηκαν στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές.

Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τη σημασία της ουσιαστικής επαλήθευσης των δηλώσεων. Παράλληλα, δημιουργούν την ανάγκη να εξεταστεί εάν υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων των ελέγχων, με σεβασμό στις νόμιμες διαδικασίες και στο τεκμήριο αθωότητας.

Δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης πολιτικών αρχηγών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέταση των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών αρχηγών.

Οι αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων κατέχουν θέσεις με σημαντική πολιτική ευθύνη και επηρεάζουν τη δημόσια συζήτηση και τη διαμόρφωση πολιτικών αποφάσεων. Η έγκαιρη και ακριβής υποβολή των δηλώσεών τους έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία για την αξιοπιστία του συστήματος πολιτικής λογοδοσίας.

Η έρευνα της Διεθνούς Διαφάνειας Ελλάς μπορεί να εξετάσει εάν οι πολιτικοί αρχηγοί εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τις νόμιμες προθεσμίες και εάν οι δηλώσεις τους περιλαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία.

Ειδικότερα, μπορεί να διερευνηθεί:

  • Εάν οι δηλώσεις υποβάλλονται εμπρόθεσμα.
  • Εάν υπάρχουν ελλείψεις ή ασυνέπειες στα δημοσιευμένα στοιχεία.
  • Εάν οι αρχικές δηλώσεις είναι διαθέσιμες, ώστε να μπορεί να εξεταστεί η εξέλιξη της περιουσιακής κατάστασης.
  • Εάν οι μεταβολές στην περιουσία μπορούν να συγκριθούν με τα στοιχεία προηγούμενων ετών.
  • Εάν οι αρμόδιες αρχές προχωρούν σε ελέγχους και ποιες ενέργειες ακολουθούν όταν εντοπίζονται προβλήματα.

Η εξέταση αυτή δεν αποσκοπεί στην αξιολόγηση της πολιτικής ή προσωπικής ζωής των αρχηγών των κομμάτων. Στόχος είναι η ισότιμη εφαρμογή των υποχρεώσεων διαφάνειας και λογοδοσίας σε όλα τα πολιτικά πρόσωπα, ανεξάρτητα από τη θέση ή το κόμμα τους.

Προτεινόμενες παρεμβάσεις πολιτικής

Έγκαιρη δημοσιοποίηση των δηλώσεων

Καθιέρωση σαφούς και δεσμευτικού χρονοδιαγράμματος για τη δημοσιοποίηση των δηλώσεων μετά την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας. Οι επαναλαμβανόμενες παρατάσεις και καθυστερήσεις θα πρέπει να περιοριστούν.

Ανοικτά και μηχαναγνώσιμα δεδομένα

Δημοσίευση των δηλώσεων σε δομημένη μορφή, με δυνατότητα αναζήτησης, εξαγωγής και επεξεργασίας των στοιχείων. Η πρόσβαση θα πρέπει να επιτρέπει τη σύγκριση των δηλώσεων διαφορετικών ετών, με τις αναγκαίες εξαιρέσεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Ενίσχυση της διαφάνειας των ελέγχων

Δημοσιοποίηση ετήσιων συγκεντρωτικών στοιχείων για τον αριθμό των ελέγχων, τις περιπτώσεις ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων και τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν.

Αποτελεσματική εφαρμογή του πλαισίου κυρώσεων

Εξασφάλιση ότι οι προβλεπόμενες κυρώσεις εφαρμόζονται με συνέπεια και χωρίς εξαιρέσεις λόγω πολιτικής ή θεσμικής θέσης. Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαφάνεια ως προς τη διαχείριση υποθέσεων που αφορούν πολιτικά πρόσωπα υψηλής ευθύνης.

Πρόσβαση στις αρχικές δηλώσεις

Εξασφάλιση της δυνατότητας σύγκρισης των αρχικών και των ετήσιων δηλώσεων, ώστε να μπορεί να παρακολουθείται η εξέλιξη της περιουσιακής κατάστασης κατά τη διάρκεια της δημόσιας θητείας.

Αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων

Εξέταση της δυνατότητας χρήσης αυτοματοποιημένων εργαλείων για την αναζήτηση ασυνεπειών και τη σύγκριση των δηλώσεων. Η χρήση τέτοιων εργαλείων μπορεί να υποστηρίξει την έρευνα, χωρίς να υποκαθιστά τον επίσημο έλεγχο των αρμόδιων αρχών.

Συνολική προσέγγιση

Η συμμετοχή της Διεθνούς Διαφάνειας Ελλάς στο BRIDGEGAP εστιάζει σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα πολιτικής ακεραιότητας: την αποτελεσματικότητα του συστήματος δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών προσώπων στην Ελλάδα.

Το ελληνικό σύστημα διαθέτει νομοθετικό πλαίσιο και ηλεκτρονικές διαδικασίες υποβολής. Ωστόσο, η λειτουργία του εξακολουθεί να παρουσιάζει προβλήματα ως προς τον χρόνο δημοσιοποίησης, τη χρηστικότητα των δεδομένων και τη δυνατότητα ουσιαστικού δημόσιου ελέγχου.

Η έρευνα θα επιδιώξει να αποτυπώσει με συγκεκριμένα στοιχεία τη διαφορά ανάμεσα στις τυπικές υποχρεώσεις των πολιτικών προσώπων και στην πραγματική δυνατότητα ελέγχου της περιουσιακής τους κατάστασης.

Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο η δημοσιοποίηση των δηλώσεων επιτρέπει στους πολίτες να ασκούν ουσιαστικό έλεγχο και κατά πόσο οι αρμόδιοι θεσμοί διασφαλίζουν ότι οι υποχρεώσεις διαφάνειας εφαρμόζονται στην πράξη.

Μέσα από αυτή την προσέγγιση, η Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς επιδιώκει να τεκμηριώσει τις αδυναμίες του συστήματος και να διαμορφώσει συγκεκριμένες προτάσεις για ένα πιο διαφανές και αποτελεσματικό πλαίσιο ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών προσώπων.

Πηγές και τεκμηρίωση

  • BRIDGEGAP Data Hub: https://datahub.corruptiondata.eu/
  • Transparency International Knowledge Hub: https://knowledgehub.transparency.org/data-hub
  • Ευρωπαϊκή Επιτροπή, CORDIS, BRIDGEGAP, Project 101132483: https://cordis.europa.eu/project/id/101132483
  • BRIDGEGAP, Work Packages: https://corruptiondata.eu/workpackages/
  • Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Rule of Law Report 2026, Greece: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A52026SC0908
  • ΟΟΣΑ, Anti-Corruption and Integrity Outlook 2026, Greece: https://www.oecd.org/en/publications/anti-corruption-and-integrity-outlook-2026_0c8910f8-en/greece_6624e706-en.html
  • Ν. 5026/2023, άρθρο 39: https://www.taxheaven.gr/law/5026/2023/arthro/39
  • Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες: https://www.aml-authority.gov.gr/
  • Βουλή των Ελλήνων, δημοσιοποίηση δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης: https://www.hellenicparliament.gr/Enimerosi/Grafeio-Typou/Deltia-Typou/

Μετάβαση στο περιεχόμενο